*” Μελέτησε την Πινακίδα του Ιερού Θαλασσοπόρου ώστε να µπορέσεις να γνωρίσεις την αλήθεια και σκέψου ότι η Ευλογηµένη Ωραιότητα έχει πλήρως προβλέψει τα µελλοντικά γεγονότα. Ας είναι προειδοποίηση γι’ αυτούς που αντιλαµβάνονται!”
Αυτός είναι ο Γενναιόδωρος, ο Πολυαγαπηµένος!
Ω Ιερέ Θαλασσοπόρε!
Πρόσταξε την κιβωτό σου της αιωνιότητας να παρουσιαστεί µπροστά στο Ουράνιο Πλήθος, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Καθέλκυσέ την πάνω στην αρχαία θάλασσα, στο Όνοµά Του, το Πλέον Θαυµαστό, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και άφησε τα αγγελικά πνεύµατα να εισέλθουν, στο όνοµα του Θεού, του Εξυψωµένου.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Λύσε την τότε ώστε να µπορεί να πλεύσει πάνω στον ωκεανό της δόξας, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Ίσως οι επιβαίνοντες σ’ αυτήν µπορέσουν να φτάσουν τα καταφύγια της εγγύτητας στο παντοτινό βασίλειο.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Έχοντας φτάσει στην ιερή ακτή, τις όχθες των πορφυρών θαλασσών, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Κάλεσέ τους να εξέλθουν και να φτάσουν αυτό τον αιθέριο αόρατο τόπο, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Έναν τόπο στον οποίο ο Κύριος έχει εµφανιστεί στη Φλόγα της ωραιότητάς Του µέσα στο αθάνατο δέντρο· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όπου οι ενσαρκώσεις της Υπόθεσής Του καθάρισαν τους εαυτούς τους από εγωισµό και πάθος· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Γύρω από τον οποίο η ∆όξα του Μωυσή περιστρέφεται µε τα αιώνια πλήθη· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όπου το Χέρι του Θεού βγήκε από το δικό Του ένδυµα του Μεγαλείου· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όπου η κιβωτός της Υπόθεσης παραµένει ακίνητη και ας έχουν διακηρυχτεί στους επιβαίνοντές της όλες οι θείες ιδιότητες.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Ω Θαλασσαπόρε! ∆ίδαξε αυτούς που είναι στην κιβωτό, εκείνο που εµείς σε έχουµε διδάξει πίσω από το µυστικό πέπλο.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Μη τυχόν να αργοπορούν στο ιερό, χιονόλευκο σηµείο, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αλλά να µπορούν να πετάξουν µε τα φτερά του πνεύµατος προς τον τόπο τον οποίον ο Κύριος έχει εξυψώσει πάνω από κάθε µνεία στους κόσµους εδώ, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Να µπορούν να πετούν στο διάστηµα ακόµα σαν τα ευνοούµενα πουλιά στο βασίλειο της παντοτινής επανένωσης· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Να µπορούν να γνωρίζουν τα µυστήρια που είναι κρυµµένα στις θάλασσες του φωτός.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αυτοί πέρασαν τη βαθµίδα των γήινων περιορισµών και έφτασαν εκείνη της θείας ενότητας, το κέντρο ουράνιας καθοδήγησης.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αυτοί έχουν επιθυµήσει να ανέλθουν στη στάθµη εκείνη, την οποίαν ο Κύριος έχει θεσπίσει να είναι πάνω από τις θέσεις τους.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Κατόπιν τούτου το φλεγόµενο µετέωρο τους απέβαλε απ’ αυτούς που κατοικούν στο Βασίλειο της Παρουσίας Του.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και άκουσαν τη φωνή της Μεγαλοπρέπειας που υψώθηκε πίσω από την αόρατη σκηνή πάνω από τα Ύψη της ∆όξας: ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
«Ω φύλακες άγγελοι!
Γυρίστε τους πίσω στην κατοικία τους στο γήινο κόσµο, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Επειδή έχουν επιδιώξει να ανυψωθούν σ’ εκείνη τη σφαίρα την οποίαν δεν έχουν φτάσει ποτέ τα φτερά του ουράνιου περιστεριού·
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όπου το πλοίο της φαντασίωσης Ακινητοποιείται, κάτι που ο νους αυτών που αντιλαµβάνονται δεν µπορεί να συλλάβει.”
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αµέσως µετά η παρθένα του ουρανού κοίταξε έξω από τον εξυψωµένο της θάλαµο, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και µε το φρύδι της έγνεψε προς το Ουράνιο Πλήθος, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Πληµµυρίζοντας µε το φως της όψης της τον ουρανό και τη γη, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και όπως η ακτινοβολία της ωραιότητάς της έλαµψε πάνω στο λαό της σκόνης, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όλα τα δηµιουργήµατα ταράχτηκαν στους θνητούς τάφους τους.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Εκείνη κατόπιν ύψωσε το κάλεσµα το οποίο κανένα αφτί σ’ όλη την αιωνιότητα δεν έχει ποτέ ακούσει, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και έτσι διακήρυξε: “Μα τον Κύριο!
Αυτός του οποίου η καρδιά δεν έχει την ευωδία της αγάπης του εξυψωµένου και δοξασµένου Άραβα Νέου, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“∆εν µπορεί µε κανένα τρόπο να ανέλθει στη δόξα του πλέον υψηλού ουρανού.”
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αµέσως µετά κάλεσε κοντά της µια παρθένα από τις δούλες της, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και την πρόσταξε: “Κατέβα στο χώρο από τους οίκους της αιωνιότητας, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Και στρέψου σ’ αυτό το οποίο έχουν κρύψει στα ενδότατα των καρδιών τους.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Αν εισπνεύσεις το άρωµα του µανδύα από το Νέο που είναι κρυµµένος στο ναό του φωτός, εξαιτίας εκείνου που τα χέρια του πονηρού έχουν πράξει,
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Ύψωσε µια κραυγή µέσα σου, ώστε όλοι οι κάτοικοι των θαλάµων του Παραδείσου, που προσωποποιούν τον αιώνιο πλούτο, να µπορέσουν να καταλάβουν και να ακούσουν· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Ώστε όλοι να κατέλθουν από τους παντοτινούς τους θαλάµους και να τρέµουν, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Και να φιλούν τα χέρια και τα πόδια τους επειδή έχουν ανέλθει προς τα ύψη της πίστης· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Ώστε ίσως να µπορέσουν να βρουν από τους χιτώνες τους την ευωδία του Αγαπηµένου.”
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Τότε η όψη της ευνοούµενης νεανίδας ακτινοβόλησε πάνω στους ουράνιους θαλάµους όπως το φως που λάµπει από το πρόσωπο του Νέου πάνω στο θνητό Του ναό· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Κατόπιν αυτή κατήλθε µ’ ένα τέτοιο στόλισµα που φώτιζε τους ουρανούς και όλα που βρίσκονται σ’ αυτούς.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Κινήθηκε και ευωδίασε τα πάντα στους τόπους της αγιότητας και του µεγαλείου.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Όταν έφτασε εκείνη την τοποθεσία υψώθηκε στο πλήρες ανάστηµά της στην ενδότατη καρδιά της δηµιουργίας, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και αναζήτησε να εισπνεύσει την ευωδία τους σε χρόνο που δε γνωρίζει ούτε αρχή ούτε τέλος.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αυτή δε βρήκε σ’ αυτούς εκείνο που επιθυµούσε και αυτό, πραγµατικά, δεν είναι παρά µία από τις θαυµάσιες ιστορίες Του.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Τότε φώναξε δυνατά, θρήνησε και επανήλθε στη θέση της µέσα στον πιο εξυψωµένο της Οίκο, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και µετά πρόφερε µια µυστικιστική λέξη ψιθυρίζοντας µε τη µελιστάλακτη γλώσσα της, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και ύψωσε το κάλεσµα ανάµεσα στο Ουράνιο Πλήθος και στις αθάνατες παρθένες του ουρανού: ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Μα τον Κύριο! ∆ε βρήκα σ’ αυτούς τους µάταιους διεκδικητές την αύρα της Πίστης!
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
“Μα τον Κύριο!
Ο Νέος έχει µείνει µόνος και αποµονωµένος στη χώρα της εξορίας στα χέρια των ασεβών.”
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Τότε αυτή ξεφώνησε µέσα της µε τέτοια κραυγή ώστε το Ουράνιο Πλήθος έσκουζε και έτρεµε, ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Και έπεσε πάνω στη σκόνη και παρέδωσε το πνεύµα. Φαίνεται ότι είχε κληθεί και είχε ακουστεί απ’ Αυτόν ώστε την κάλεσε στο Βασίλειο στα Ύψη.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
∆οξασµένος είναι Αυτός που τη δηµιούργησε από την ουσία της αγάπης στην ενδότατη καρδιά του εξυψωµένου Του παραδείσου!
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µου, ο Πανένδοξος!
Αµέσως µετά έσπευσαν από τους θαλάµους τους οι παρθένες του ουρανού, των οποίων την όψη το µάτι κανενός κατοίκου στον πλέον υψηλό παράδεισο δεν έχει ποτέ ατενίσει.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µας, ο Εξυψωµένος!
Συγκεντρώθηκαν όλες γύρω της, και ιδού!
Βρήκαν το σώµα της πεσµένο πάνω στη σκόνη· ∆οξασµένος είναι ο Κύριός µας, ο Εξυψωµένος!
Και όπως παρατήρησαν την κατάστασή της και κατανόησαν µια λέξη της ιστορίας που είχε ειπωθεί από το Νέο, απογύµνωσαν τα κεφάλια τους, έσκισαν σε κοµµάτια τα ενδύµατά τους, χαστούκισαν τα πρόσωπά τους, ξέχασαν τη χαρά τους, έχυσαν δάκρυα και χτυπούσαν µε τα χέρια τους τα µάγουλά τους, και αυτό είναι πραγµατικά µια από τις µυστηριώδεις, οδυνηρές συµφορές.
∆οξασµένος είναι ο Κύριός µας, ο Εξυψωµένος!